Ομιλία του Αριστείδη Σχισμένου στην εκδήλωση του Συλλόγου Ηπειρωτών Λαυρεωτικής

DSCN5840

Ομιλία του Αριστείδη Σχισμένου στην εκδήλωση του Συλλόγου Ηπειρωτών της Λαυρεωτικής σε ανάμνηση των 211 χρόνων από το ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ των Σουλιωτών στο Σέλτσο, στις 6/6/2015

ΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΠΕΡΤΕΡΟ ΚΙ ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΟ ΖΑΛΟΓΓΟ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ.

seltso4

Στο πολυκύμαντο ιστορικό διάβα των λαών και των εθνών υπήρξαν πολυσήμαντα γεγονότα, συνταρακτικές πράξεις και θαυμαστά κατορθώματα, ενέργειες που μετεωρίστηκαν σε δυσθεώρητα ύψη, καταύγασαν την οικουμένη και προκάλεσαν τον παγκόσμιο θαυμασμό. Αναφερόμαστε σε θαυματουργά γεγονότα, που αποτέλεσαν ανέσπερους εθνικούς πομπούς ενώπιον των οποίων με ξεχωριστό δέος και πυρωμένη τη ψυχή μας στεκόμαστε ευλαβικά, για να θαυμάσουμε, να δοξάσουμε, να προσκυνήσουμε και να αποτίσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης.

Ένα από τα ανεκτίμητα εθνικά προσκυνητάρια της φυλής μας είναι το ένδοξο Σούλι με τους ηρωικούς Σουλιώτες, τους πρωταγωνιστές του σκλαβωμένου έθνους μας, του άτρωτους γίγαντες της ελληνικής ελευθερίας.

Μερικοί υπόδουλοι κάτοικοι από πολλά μέρη της Ηπείρου μην αντέχοντας άλλο τη φρικτή σκλαβιά, τα μαρτύρια, τις καταπιέσεις και τους εξευτελισμούς των βαρβάρων Τούρκων, εγκαταστάθηκαν γύρω στα 1600 μ.Χ ανάμεσα στις πανύψηλες βουνοκορφές, τους φοβερούς γκρεμούς, τις χαίνουσες χαράδρες και τα επικίνδυνα περάσματα των Κασσιοπίων βουνών, προκειμένου να αναπνέουν τον πολυπόθητο αέρα της λευτεριάς. Στην άγονη αυτή περιοχή οι λάτρεις της ελευθερίας ασκούνταν καθημερινά στην απόκτηση σωματικής ρώμης, στις αντοχές της πείνας, της δίψας, του κρύου, της ζέστης, στο να υπερτερούν στις νυχτομαχίες και στους αιφνιδιασμούς, να γίνονται άτρωτοι στους αγώνες των κακοτοπιών και να εξασφαλίζουν τα αναγκαία τρόφιμα και πολεμοφόδια. Πολλές και συνεχείς ήταν οι πολεμικές προσπάθειες των Τουρκαλβανών, του τυράννου των Ιωαννίνων Αλή Πασά, να καταλάβουν το Σούλι, να συντρίψουν και να αφανίσουν τη Σουλιώτικη Πολιτεία.

Οι έμπειροι και ικανότατοι Σουλιώτες πολεμιστές, όχι μόνον απέκρουσαν τις επιθέσεις, αλλά κατανίκησαν τους Τουρκαλβανούς και τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή, τους κυνήγησαν μέχρι τα Γιάννενα, όπου και ο ίδιος ο Αλή Πασάς έσκασε τρία άλογα από την τρομάρα του, για να μην πιαστεί αιχμάλωτος.

Οι τρομακτικές απώλειες των δυνάμεών του στις επιθέσεις εναντίον του Σουλίου και η απίστευτη τρομάρα στις υποχωρήσεις δεν τον πτόησαν, αλλά ραδιούργος και δόλιος όπως ήταν, ετοίμασε την εκπόρθηση του Σουλίου χρησιμοποιώντας σατανικά σχέδια και απίστευτες δολοπλοκίες. Έθεσε σε ενέργεια την προσφιλή του μέθοδο εξαγοράς συνειδήσεων με την παροχή χρημάτων, αξιωμάτων και άλλων δελεαστικών προσφορών. Εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την αναφυείσα δυσαρέσκεια της φιλοπρωτίας και της αρχομανίας μεταξύ των αρχηγών των σουλιώτικων φαρών (Μποτσαραίων και Τζαβελλαίων), ενέσπειρε και καλλιέργησε έντεχνα τη διχόνοια ανάμεσά τους, δίχασε και διέσπασε τη γρανιτένια συνοχή των Σουλιωτών, απομάκρυνε τους Μποτσαραίους αρχικά στο Παλιοχώρι και στη συνέχεια στο Βουλγαρέλι της Άρτας εξαγοράζοντάς τους με πολλά χρήματα και δίνοντάς τους τ΄ αρματολίκια των Τζουμέρκων και των Ραδοβιζίων.

Στη συνέχεια πολιόρκησε το Σούλι ολόπλευρα για τρία χρόνια, διέκοψε την επικοινωνία των Σουλιωτών από τις πηγές προμήθειας τροφίμων και πολεμοφοδίων, κατασκεύασε πύργους σε επίκαιρα σημεία και φρουρούσε τους δρόμους ολόκληρο το εικοσιτετράωρο.

Με τον αποκλεισμό εξαντλήθηκαν οι τροφές και τα πολεμοφόδια και εξανάγκασε τους Σουλιώτες να διαπραγματευτούν μαζί του, προκειμένου να μην πεθάνουν από την πείνα.
Στις 12 Δεκεμβρίου του 1803 υπέγραψαν τη συνθήκη αποχώρησής τους από το Σούλι με όλα τα πράγματά τους και εγκατασταίνονταν σε όποιο μέρος ήθελαν οι ίδιοι. Στις 13 Δεκεμβρίου άρχισε να παίζεται η πολύπρακτη και πονόφερτη τραγωδία των Σουλιωτών, η οποία ξεκίνησε με τον ξεριζωμό τους από τη γενέθλια γη και ανέβηκαν το γολγοθά της ξενιτιάς με απίστευτες πράξεις ηρωισμού, απανωτές λάμψεις παγκόσμιας εμβέλειας και τερμάτισαν με τη σταύρωσή τους στους ιλλιγόφερτους γκρεμούς του Σουλίου.

Με λάθος απόφαση να χωριστούν σε τρία τμήματα, παρά τις εκκλήσεις και συμβουλές του καλόγερου Σαμουήλ να μην κομματιαστούν και αποτελέσουν εύκολη λεία του Αλή Πασά, γιατί ο πανούργος Αλής δεν θα κρατούσε τον όρκο του και τις συμφωνίες.

Οι υπέρμαχοι Σουλιώτες περίλυποι, σκυθρωποί, με έντονο ψυχικό πόνο, μάτια δακρυσμένα από τις κακουχίες και τις πολλές στερήσεις, ένοπλοι οι άνδρες, ζαλωμένες οι γυναίκες με δέματα ρούχων στις πλάτες, τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά τους και γεμάτες τις ποδιές με εικόνες αγίων από τα εικονοστάσια των σπιτιών, φυλαχτά, πολύτιμα είδη, ανακατωμένα με κόκκαλα αγαπημένων τους νεκρών, όμοιες με σκιές έπαιρναν θέσεις στο αργοκίνητο και θλιβερό καραβάνι της προσφυγιάς.
Συγχρόνως, η πρώτη πράξη του δράματος έλαβε χώρα στο ένδοξο Κούγκι με πρωταγωνιστή το γενναίο καλόγερο Σαμουήλ, ο οποίος στην ειρωνεία και τις απειλές των εισελθόντων Τούρκων έβαλε φωτιά στην αποθήκη της μπαρούτης και ανατινάχτηκαν στον αέρα. Με την απίστευτη αυτή ενέργεια του καλόγερου Σαμουήλ, το υψηλόκορμο Κούγκι άστραψε σαν Βόρειο Σέλας στη μακραίωνη χειμωνιάτικη νύχτα της σκλαβιάς του δουλωμένου γένους των Ελλήνων και καταύγασε σε ολόκληρη την οικουμένη.

Ταυτόχρονα εξέπεμψε πολλαπλά ενθαρρυντικά, απελευθερωτικά μηνύματα και κατέστη πολύτιμο εθνικό προσκυνητάρι της φυλής μας, ένας ανέσπερος πατριωτικός φάρος.

Ο Αλή Πασάς, συνηθισμένος στην αθέτηση των συμφωνιών και μόνιμος καταπατητής των όρκων, καταργεί την υπογραφείσα συμφωνία κι εξαποστέλλει αμέσως ισχυρές δυνάμεις προς όλες τις κατευθύνσεις να φτάσουν στους ταλαιπωρημένους Σουλιώτες και να τους συντρίψουν χωρίς οίκτο και συμπόνοια. Στην αποχώρηση από το Σούλι προπορευόταν το πολυαριθμότερο τμήμα με αρχηγό το Φώτο Τζαβέλλα και προορισμό του την Ενετοκρατούμενη Πάργα και το οποίο διασώθηκε, γιατί δεν το πρόλαβαν οι απεσταλμένοι Τουρκαλβανοί. Το δεύτερο τμήμα των Σουλιωτών, με αρχηγό τον Λάμπρο Κουτσονίκα και προορισμό εγκατάστασής τους την πεδιάδα της Λάμαρης, δέχτηκε αιφνιδιαστική επίθεση στους βράχους του Ζαλόγγου από δύο χιλιάδες Τουρκαλβανούς και υπέστη μεγάλη καταστροφή. Μια άτυχη ομάδα 70 περίπου γυναικών, σχεδόν όλες χήρες και με τα μικρά στην αγκαλιά τους, αποκόπηκε από την κύρια δύναμη και ξεμοναχιάστηκε στην άκρη ενός απότομου βράχου, όπου κυκλώθηκε από στίφη Τουρκαλβανών με άγριες κι εξευτελιστικές διαθέσεις.

Οι απομονωμένες και απροστάτευτες γυναίκες πήραν μια παράτολμη και πρωτόγνωρη απόφαση: να πέσουν στο γκρεμό προτιμώντας τον έντιμο θάνατο παρά τη σκλαβιά και την ατίμωση.

Χορεύοντας το συγκινητικό τραγούδι «Έχε γεια καημένε κόσμε…», αφιονισμένες από πατριωτισμό και μεθυσμένες από ηρωισμό έριξαν τα μικρά τους παιδιά στο βάραθρο και μετά πήδησαν και οι ίδιες . Έτσι μετέτρεψαν το Ζάλογγο σε εθνικό και παγκόσμιο προσκυνητάρι των ελεύθερων λαών κι έγραψαν με ανεξίτηλα γράμματα μια από τις μεγαλύτερες και λαμπρότερες σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας, συγκλονίζοντας τους φιλελεύθερους λαούς της οικουμένης.

Η πρωτόγνωρη αυτή ηρωική πράξη των φιλελεύθερων Σουλιωτισσών τις θεοποίησε, τις μεταμόρφωσε σε άγιες πολεμίστριες της ελληνικής φυλής και τις ανέβασε στην κορυφή της παγκόσμιας ιστορίας.

Στην παραλιακή πολίχνη της Πρέβεζας, Ρηνιάσα, παίχτηκε η Τρίτη πράξη του φρικιαστικού δράματος των Σουλιωτών από τη θρυλική Σουλιώτισσα Δέσπω Μπότση, αφού με τις νύφες και τα εγγόνια της ανατινάχτηκαν στου Δημουλά τον πύργο, όταν κινδύνεψαν να αιχμαλωτιστούν από τα Τουρκαλβανικά στρατεύματα του Βελή Πασά. Η πρωτοηρωίδα Δέσπω συναγωνίστηκε σε δόξα και μεγαλείο το θαυματούργημα των χορευτριών του Ζαλόγγου και ξεπέρασε σε θάρρος και μεγαλοσύνη τη λάμψη του καλόγερου Σαμουήλ. Το τρίτο σώμα των Μποτσαραίων, που κατευθυνόταν προς το Βουργαέλι, σοκαρίστηκε από τα τραγικά γεγονότα του Ζαλόγγου και της Ρηνιάσας, αντιλήφθηκε το εξοντωτικό σχέδιο του Αλή κι εσπευσμένα έφτασε στο Βουργαρέλι της Άρτας, ανάμωσε τους εκεί υπόλοιπους Μποτσαράιους και αποφάσισαν να κινηθούν γρήγορα ανατολικότερα αναζητώντας ασφαλέστερη περιοχή.

Στις 23 Δεκεμβρίου του 1803 το αργόσυρτο και καταπονεμένο καραβάνι των Μποτσαραίων με αρχηγούς τους Κίτσο και Νότη Μπότσαρη ξεκίνησε με προορισμό την Βρεστενίτσα (σημερινές Πηγές).
Η πορεία των γερόντων, των τραυματιών και των γυναικόπαιδων ήταν τραγική και οδυνηρή μέσα στο καταχείμωνο.

Όλοι παράπαιαν, μερικά μικρά παιδιά ξεψυχούσαν στην παγερή αγκαλιά των μανάδων, καθόσον ο παγερός βοριάς μαστίγωσε τα προσωπάκια τους, ξύλιαζε το σώμα και το πυκνό χιόνι κρυστάλλιαζε τον αχνό της εξασθενημένης ανάσας τους.
Παραμονή Χριστουγέννων έφθαναν στη Βρεστενίτσα κι εγκατασταίνονταν στο χώρο του μοναστηριού του Σέλτσου , στους φοβερούς γκρεμούς του ορεινού όγκου Κοκκινολάκκος 1148 άτομα.

Γρήγορα δημιούργησαν πρόχειρα καταλύματα, συγκεντρώνοντας βιαστικά τροφές, μπαρουτόβολα και δημιούργησαν πρόχειρα αμυντικά έργα. Επέλεξαν τη δυσπρόσιτη και κρημνώδη περιοχή του Σέλτσου, γιατί πίστευαν ότι ήταν ανίκητοι σε δύσβατες ορεινές και κακοτράχαλες περιοχές και γιατί μπορούσαν να συνάξουν εύκολα τροφές από τις αποθήκες του αρματολικίου των Ραδοβιζίων, το οποίο διαχειρίζονταν οι ίδιοι από το έτος 1800.

Η επιλογή αυτή αποδείχτηκε λανθασμένη και μοιραία, γιατί παρείχε μια δύσβατη ατραπό προσέγγισης και καμία οδό διαφυγής σε περίπτωση ήττας ή άλλης αναγκαστικής, ενώ υπήρχε η δυνατότητα να πορευτούν στα γειτονικά Άγραφα, τα οποία εξουσίαζαν αρματολοί και κλέφτες ή να κατευθυνθούν προς την ασφαλέστερη επαρχία Βάλτου και Ξηρομέρου.

Στην κρημνώδη αυτή περιοχή του Σέλτσου δέχτηκαν ενωρίς την πρώτη την πρώτη επίθεση του Άγιου Μπουχορδάρη και Μπεκήρ Τζουγαδούρη , στις 15 Ιανουαρίου του 1804 με 7000 Τουρκαλβανούς και 1000 Έλληνες πολεμιστές από τα γειτονικά αρματολίκια, που τάχθηκαν με το μέρος των Τούρκων. Στην επίθεση αυτή όχι μόνον αποκρούστηκαν οι επιτιθέμενοι Τουρκαλβανοί, αλλά υπέστησαν μεγάλες απώλειες, γιατί το μέρος ήταν οχυρωμένο από την ίδια τη φύση και προστατευόταν καλά από τους ταμπουρωμένους Σουλίωτες.

Οι έμπειροι Τούρκοι αξιωματικοί μετά από το ταπεινωτικό αποτέλεσμα της επίθεσης, άλλαξαν πολεμική τακτική και απέκοψαν τους λιγοστούς δρόμους ανεφοδιασμού των Σουλιωτών, για να αναγκαστούν σε παράδοση από την έλλειψη τροφών και πολεμοφοδίων. Ακολούθησε τρίμηνος στενός αποκλεισμός όπου διαπιστώθηκε η εφευρετικότητα, η αξιοσύνη και η πολεμική ικανότητα των Σουλιωτών, οι οποίοι επιβίωσαν για τους εξής λόγους:

α. από τα δυσκολοπέραστα μονοπάτια έκαναν κρυφές νυχτερινές εξόδους και έφερναν σιτάρι, καλαμπόκι και μπαρουτόβολα.
β. Τράφηκαν με γιδοπρόβατα, που ξέκοβαν από τα κοπάδια και έφταναν στην περιοχή, οπότε αποτελούσαν θεόσταλτο μάνα.
γ. Τολμηρές ομάδες περνούσαν τον ποταμό Αχελώο κρυφά, όταν είχε λίγα νερά και προμηθεύονταν τρόφιμα από τα απέναντι χωριά των Αγράφων.
δ. Οι Σουλιώτες κατά συχνά διαστήματα ενεργούσαν τολμηρές νυχτερινές εξορμήσεις κατά τούρκικων φυλακίων και αφού εξόντωναν τους φρουρούς άρπαζαν τροφές και τα εφόδια των φυλακίων.
ε. Σε κοντινή απόσταση έφτιαξαν νερόμυλο για την άλεση των δημητριακών και όταν φύτρωναν τα πρώτα λαχανικά, οι Σουλιώτισσες μάζευαν αρκετές ποσότητες για τη διατροφή τους.

Έτσι κατόρθωσαν να επιζήσουν στον τρίμηνο αποκλεισμό τους.

Ο πάντα ευέξαπτος Άλη Πασάς οργίστηκε από την αδυναμία του στρατού του να εξαφανίσει τα 1400 άτομα που ήταν αποκλεισμένα στο Σέλτσο κι έθεσε σε ενέργεια τη γνωστή του συνταγή: της αναζήτησης προδοτών.
Τα θησαυροφυλάκια του ήταν γεμάτα χρυσάφι, ικανά να εξαγοράσουν φιλοχρήματες, ρευστές και αδύναμες συνειδήσεις.

Αρχικά επέλεξε έναν Γοτιτσιώτη και τον έστειλε στον χώρο των Σουλιωτών, να συναντήσει τον αδελφό του που ήταν με τους Σουλιώτες πολεμιστές, για να ερευνήσουν από κοινού χώρο αφύλακτο, για να οδηγήσουν κρυφά στα νώτα των Σουλιωτών τούρκικες δυνάμεις.
Ένας δεύτερος προδότης, σύμφωνα πάντα με τον Ιωάννη Λαμπρίδη, που στάλθηκε στο στρατόπεδο των Σουλιωτών ήταν ο Γιώργος Κύργιος, ανεψιός του αρματολού Ζήκου Μίχου από τη Λάκκα Λελόβων.
Ένας από τους δύο απεσταλμένους εφιάλτες ή κάποιος άλλος φανέρωσε στους τούρκους στρατηγούς το ευπαθές σημείο του οχυρού Προφήτης Ηλίας καθώς και το κρυφό μονοπάτι που οδηγούσε σε αυτό, από όπου και συντελέστηκε το ξεκλήρισμα των Σουλιωτών στο Σέλτσο.

Παράλληλα με τις προδοτικές ενέργειες απόστειλε αυστηρότατη επιστολή στις 15 Απριλίου του 1804, με την οποία εξέφρασε τη βαθύτατη θλίψη του και ήλεγχε δριμύτατα τους αξιωματικούς για αναξιότητα και ανανδρία και τους έθετε προθεσμία 10 ημερών για το ξεπάστρεμα των Σουλιωτών, διαφορετικά θα τους αντικαθιστούσε με τους αξιότερους και θα τους έθετε σε αποστρατεία. Οι τούρκοι στρατηγοί αφού φανάτισαν και όρκησαν τα’ ασκέρια τους, να μην γυρίσουν ζωντανοί από την μάχη, εάν πρώτα δεν εξόντωναν τους Σουλιώτες, επιτέθηκαν το πρωί της 23ης Απριλίου 1804 από όλα τα δυνατά σημεία.
Οι κατάσκοποι οδήγησαν κρυφά στα νώτα των Σουλιωτών φανατισμένες τούρκικες δυνάμεις και προσέβαλλαν σε τρωτά σημεία τις Σουλιώτικες δυνάμεις του φυλακιού Προφήτης Ηλίας.

Σφοδρή, κατά κύματα, επίθεση εκδηλώθηκε στο προδομένο ταμπούρι, όπου οι νεκροί Τούρκοι σχημάτιζαν μεγάλες σωρούς, αλλά συνεχώς μείωναν τη λιγοστή φρουρά των Σουλιωτών μέχρι τον τελευταίο υπερασπιστή του και γίνονται κυρίαρχοι μετά από άνισο τετράωρο αγώνα.

Η πτώση του Προφήτη Ηλία διευκόλυνε τα μέγιστα στους επιτιθέμενους Τούρκους κι επέφερε σύγχυση και αμηχανία στους Σουλιώτες.
Η επίθεση γενικεύτηκε σε ολόκληρη την αμυντική γραμμή και άρχισε η ανελέητη σφαγή και η σύγκρουση σώμα με σώμα.
Ταυτόχρονα λυσσώδης μάχη διεξάγεται και στο χώρο του μοναστηριού από φανατισμένους τσοχανταραίους, οι οποίοι ήθελαν να αιχμαλωτίσουν τα γυναικόπαιδα και να λαφυραγωγήσουν το μοναστήρι.

Τους αμυνόμενους Σουλιώτες ενισχύει η άφιξη του Κίτσου και του Νότη Μπότσαρη από τ’ άλλα ταμπούρια και ανταμώνουν με τους υπερασπιστές της δεύτερης γραμμής άμυνας, την οποία μπροστά στη μεγάλη πίεση οπισθοχωρούν στο μικρό χώρο έξω από το μοναστήρι, όπου διεξάγεται φονικότατη μάχη σώμα με σώμα, στην οποία ρίχνονται και οι γυναίκες χρησιμοποιώντας ξύλα, πέτρες, δόντια, νύχια και ό,τι άλλο φονικό μέσο μπορούσαν.

Οι κλαγκές των όπλων, οι πυροβολισμοί, οι κραυγές εκδίκησης των αγωνιστών, οι αλαλαγμοί και ο θρήνος των γυναικών ανακατεμένα με το κλάμα των παιδιών, συνθέτουν Δαντική ατμόσφαιρα, γεγονός το οποίο επέτεινε την σύγχυση και δημιουργούσε απόγνωση. Στο σάλαγο της μάχης ακούστηκε διαπεραστική γυναικεία φωνή, σαν επιθανάτιος ρόγχος «Θάνατος και όχι σκλαβιά». Αμέσως 220 γυναικόπαιδα με την προτροπή της καπετάνισσας Φρόσως με το μωρό στην αγκαλιά της και τη φράση «έχετε γεια» βάδισαν προς τον γκρεμό του Πέτακα, ρίχτηκαν στο βάραθρο προτιμώντας τον έντιμο θάνατο παρά την αιχμαλωσία και την ατίμωση.

Άλλη μια ομάδα 180 γυναικόπαιδων βγήκε από το μοναστήρι και ροβόλησε προς το ποτάμι καταδιωκόμενη από τους τούρκους στρατιώτες, με σκοπό να περάσει το ποτάμι και να ριχτεί προς τα μέρη της Θεσσαλίας. Το ποτάμι το βρήκαν πλημμυρισμένο, οπότε η θλιβερή φάλαγγα των μελλοθάνατων γυναικόπαιδων πορεύτηκε προς τη γέφυρα του Κοράκου, την οποία βρήκαν φρουρούμενη από τούρκικα ασκέρια.

Σταμάτησαν όλες κοντά στο ποτάμι, παγερή αγωνία τις καταλαμβάνει, συνεννοούνται με νεύμα, αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και ρίχνονται στα μανιασμένα νερά του Αχελώου, πνίγονται για να μην αιχμαλωτιστούν.
πρόκειται για τη φωτεινότερη, ηρωικότερη κι ενδοξότερη πράξη γυναικών σ’ ολόκληρο τον κόσμο, όλων των εποχών.

Ένα ακόμη φρεσκοαιματωμένο Ζάλογγο μεγαλύτερο σε αριθμό γυναικόπαιδων, φοβερότερο, επικινδυνότερο από το προηγούμενο, αλλά σημαντικότερο και λαμπερότατο.
Δημιουργήθηκε με τη μεγαλοσύνη, την αποκοτία και τον άφθαστο ηρωισμό της σπανιότατης ομαδικής θυσίας τόσων γυναικών μαζί με τα μωρά στην αγκαλιά τους.
Στο μεταξύ, ο αγώνας στο μικρό χώρο του μοναστηριού συνεχίζεται με την θυσία της αφρόκρεμας των Σουλιωτών, όπου διαπρέπει η Ελένη Μπότσαρη και η όποια διείδε την ανισότητα του αγώνα και παρέα με άλλες γυναίκες κατηφόρισε προς το ποτάμι καταδιωκόμενη από άγρια στίφη Τουρκαλβανών. Φτάνοντας στο ποτάμι ρίχνεται στον αγώνα, που συνάπτεται εκεί, ενθαρρύνει τους άντρες και όταν απόμεινε μόνη της, για να μη συλληφθεί ζωντανή, ρίχνεται στα αφρισμένα νερά, παλεύει με αυτά και γαντζώνεται σε μικρή νησίδα ξηράς.
Ένας τούρκος, που λιμπίζεται την ομορφιά της και θαύμαζε την λεβεντιά της, πλησιάζει στην όχθη και της προτείνει το όπλο να πιαστεί και να σωθεί. Η υπερήφανη Σουλιώτισσα πιάνει με το ένα χέρι της την κάνη του όπλου και με το άλλο τραβάει τον άτυχο Τούρκο στα νερά, τον βυθίζει, τον πνίγει κι εκδικείται.

Από τέτοια ηρωική γενιά ήταν οι Σουλιώτισσες!

Κατά το ηλιόγερμα της 23ης Απριλίου ελάχιστοι και αραιοί πυροβολισμοί ακούγονταν, η αντίσταση των Σουλιωτών είχε οριστικά καμθεί. Ολόκληρη η περιοχή, γύρω από το μοναστήρι, και η πλαγιά από την κορυφή του Προφήτη Ηλία μέχρι την κοίτη του αχελώου και ως κάτω στη γέφυρα Κοράκου, ήταν γεμάτη από παραμορφωμένα σώματα Σουλιωτών και λιγοστών Τουρκαλβανών. Πολλά πτώματα ήταν ακέφαλα, κακοποιημένα, ματωμένα και με ξεσχισμένα ρούχα. Η αφρόκρεμα της Σουλιώτικης γενιάς, οι ανίκητοι σταυραετοί του Σουλίου, οι μυθικοί γίγαντες έπεσαν, γκρεμίστηκαν, σκοτώθηκαν, πνίγηκαν, χάθηκαν.

Πολλές εκατοντάδες οι νεκροί –μοναδικό ολοκαύτωμα στην ιστορία των Σουλιωτών.
Από τα 1400 άτομα που βρίσκονταν στο Σέλτσο, συντριπτική πλειονότητα σκοτώθηκε, μερικοί αιχμαλωτίστηκαν και μόνο 85 άτομα κατά το Δημήτριο Καρατζένη, περισσότερα κατ’ άλλους, διασώθηκαν και συνέχισαν τον υπέρ πάντων αγώνα της φυλής. Πενήντα πέντε άτομα, με τον αρχηγό τους, Κίτσο Μπότσαρη, κρύφτηκαν σε μια απόκρυφη σπηλιά, κοντά στο ποτάμι, με τη βοήθεια του Βρεστινιτσιώτη Βανάκα και διασώθηκαν, αφού έμειναν κρυμμένοι αρκετές ημέρες και βγήκαν όταν έφυγαν οι Τουρκαλβανοί για τα Γιάννενα. Μαζί του ς ήταν δυο γυναίκες, η μία έγκυος, έτοιμη να γεννήσει και ο γιος του Κίτσου, Μάρκος, 15 χρονών.

Μια άλλη ομάδα από 60 άτομα πέρασε τον ποταμό Αχελώο και βρήκε καταφύγιο στα Άγραφα και στα μέρη της Θεσσαλίας.

Η εγκυμονούσα Σουλιώτισσα, επειδή δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους άνδρες, κατέβηκε προς το ποτάμι, πέρασε τον Αχελώο, και βρήκε κοντά στην κοίτη μια σπηλιά, όπου μπήκε μέσα, γιατί την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Αβοήθητη και χωρίς τροφή και ρούχα, γέννησε αγοράκι, το οποίο εκσφενδόνισε στα νερά του ποταμιού και η ίδια πέθανε από αιμορραγία. Μετά από ημέρες τη βρήκαν νεκρή και η σπηλιά που την φιλοξένησε ονομάστηκε από τότε «Σπηλιά της Σουλιώτισσας». Η δε σπηλιά, που έσωσε τα πενήντα άτομα, αποκαλέστηκε «Σπηλιά του Κίτσου Μπότσαρη».

Μια άλλη σπηλιά στην οποία κατέληξε η πληγωμένη Χρύσω, αρραβωνιαστικιά του γενναίου Δήμου, που διασώθηκε από το φονικό του προφήτη Ηλία, βαριά τραυματισμένη πορεύτηκε σε τοποθεσία ευρισκομένη δύο ώρες μακριά από τον χώρο της μάχης, κατέφυγε εκεί σε μια σπηλιά και ξεψύχησε. Το καλοκαίρι τη βρήκαν οι βοσκοί της περιοχής και την αναγνώρισαν από τα ρούχα και τις κοτσίδες της. Η σπηλιά αυτή ονομάζεται «Σπηλιά της Σουλιώτας». Το δε σημείο του ποταμού Αχελώου, που πήδησε μέσα η Λένω Μπότσαρη, ονομάστηκε «Το Πήδημα της Καπετάνισσας».
Αρκετά άλλα τοπωνύμια σχετικά με τον αγώνα των Σουλιωτών κοσμούν και λαμπρύνουν την περιοχή.

Είναι σίγουρο ότι οι Σουλιώτες θεοποίησαν με την πολεμική τους αρετή τη ΔΟΞΑ στα ιερά βράχια του Σουλίου, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι η πολυσύνθετη τραγωδία τους, που άρχισε με τον ξεριζωμό τους από την πατρώα γη, ενισχύθηκε με την παγκόσμια λάμψη του ηρωικού Κογκίου, γιγαντώθηκε με το μεγαλούργημα του αθάνατου χορού του Ζαλόγγου, λαμπρύνθηκε με το πυροτέχνημα της Δέσπως στου Δημουλά τον πύργο, μετεωρίστηκε σε δυσθεώρητα ύψη με την απίστευτη γενναιότητα και την ηρωική θυσία των υπερασπιστών του Σέλτσου και μετατράπηκε σε σάλπισμα παγκόσμιας ομορφιάς και θεϊκής έκφρασης, ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Το Σέλτσο, ο τόπος της μεγαλειώδους θυσίας των Σουλιωτών ως τηλαυγής και ανέσπερος φάρος, θα εκπέμπει αιώνια και σπουδαία μηνύματα, θα διδάσκει στους λαούς τη Γης πως η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, αλλά με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με αίμα.

Θα διδάσκει σε όλους ότι ο έντιμος θάνατος και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι πολυτιμότερη από την ατιμασμένη ζωή και τα ανελεύθερα πλούτη της σκλαβιάς.
Θα προειδοποιεί όλους ότι οι ελληνορθόδοξες πεποιθήσεις μας, που είναι αδιαπραγμάτευτες, μας μεθούν και γινόμαστε θερία ανήμερα, ανυποχώρητοι γίγαντες και δημιουργούμε θαύματα!

Το ολοκαύτωμα των Σουλιωτών στους ιερούς βράχους του Σέλτσου και στα άλλα ένδοξα και αστραφτερά μέρη αποτέλεσε την ευλαβική προσκομιδή «των τιμίων δώρων στην εθνική μας αγία τράπεζα», από την οποία μετάλαβε η αδούλωτη κλεφτουριά του ’21 και θαυματούργησε, χάρισε τη λευτεριά στο σκλαβωμένο έθνος μας.

Για μας, για σας, για τους επισκέπτες του καθαγιασμένου αυτού χώρου, αποτελεί το εθνικό μας δισκοπότηρο, από το οποίο κοινωνούμε τα νάματα της φυλής μας, αναβαπτιζόμαστε εθνικά, μεθάμε από τα προγονικά μας κλέη και μεγαλουργούμε πολεμικά, όταν η πατρίδα μας δέχεται πολεμική επιδρομή.

Τελειώνοντας, θέλω να ευχαριστήσω τον δραστήριο πρόεδρο του Συλλόγου κο Μανώλη Λαμπίρη, που μου έδωσε την ευκαιρία να τελέσουμε όλοι μαζί ένα ακόμη μνημόσυνο στου πρωτοήρωες Σουλιώτες και να κάψουμε λιβάνι από τη θέρμη της ψυχής μας. Ακόμη, να ευχαριστήσω τον ακούραστο και φιλόξενο δήμαρχό σας και όλους εσάς, που τιμήσατε με την παρουσία σας την αποψινή μας εκδήλωση.

Φωτογραφίες:

Advertisements

One comment on “Ομιλία του Αριστείδη Σχισμένου στην εκδήλωση του Συλλόγου Ηπειρωτών Λαυρεωτικής

  1. Παράθεμα: 211 χρόνια από το ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ των Σουλιωτών στο Σέλτσο. ΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΥΠΕΡΤΕΡΟ ΚΙ ΕΝΔΟΞΟΞΟΤΕΡΟ ΖΑΛΟΓΓΟ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ. » ΑΛΦΕΙ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s