Συμπαραστάτη του Δημότη: Αξιολόγηση – Προβλήματα – Προοπτικές

Γράφει ο Γαβριήλ Α. Κουρής
Κοινωνικός-Πολιτικός Επιστήμων, B.A., M.P.A.
Ειδικός Σύμβουλος Δήμου Κισσάμου,
τ. Γενικός Γραμματέας Δήμου Χανίων


symparastatisathina

Ένας από τους νέους θεσμούς που εισήγαγε ο «Καλλικράτης» (Ν. 3852/2010) στη διάρθρωση και λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προκειμένου να συμβάλλει στην αναβάθμιση της σχέσης μεταξύ Δήμου και δημότη – μέσω της αντιμετώπισης προβλημάτων, δυσλειτουργιών και κακοδιοίκησης αλλά και της διασφάλισης της τήρησης της νομιμότητας – ήταν ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης. Ο εν λόγω καινοτόμος θεσμός αποτέλεσε στην ουσία του, εισαγωγή στην ελληνική αυτοδιοικητική πραγματικότητα του θεσμού του “Δημοτικού Συνηγόρου του Πολίτη” (Municipal Ombudsman) που λειτουργεί με επιτυχία, εδώ και δεκαετίες, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.

Ο ρόλος του Συμπαραστάτη του Δημότη, με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως διαμεσολαβητικός ανάμεσα στο Δήμο και τον πολίτη ή την επιχείρηση με στόχο την ταχεία, δίκαιη και αντικειμενική επίλυση των προβλημάτων τους που ανακύπτουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των δημοτικών υπηρεσιών, ο δε Συμπαραστάτης παρεμβαίνει – μετά από καταγγελία – στις περιπτώσεις εκείνες, που ο πολίτης ή η επιχείρηση αδυνατεί να βρει ανταπόκριση στο αίτημά του από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Σύμφωνα με το άρθρο 77 του «Καλλικράτη» οι βασικές αρμοδιότητες του αφορούν:

  • την υποδοχή καταγγελιών των άμεσα θιγόμενων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του Δήμου, των νομικών του προσώπων και των επιχειρήσεών του και τη διαμεσολάβηση προκειμένου να επιλυθούν τα σχετικά προβλήματα, ενώ έχει υποχρέωση να απαντά εγγράφως ή ηλεκτρονικά εντός 30 ημερών στους ενδιαφερόμενους.
  • τη διατύπωση προτάσεων βελτίωσης της δημοτικής διοίκησης και των σχέσεών της με το κοινό, τόσο στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του, όσο και επ’ ευκαιρία σημαντικών προβλημάτων κακοδιοίκησης που ο ίδιος εντοπίζει.

Η πρώτη εφαρμογή του θεσμού
Κατά την περίοδο της πρώτης εφαρμογής του «Καλλικράτη» (2011-2014), ο θεσμός του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης δεν έτυχε της προσδοκώμενης αποδοχής από τις δημοτικές ηγεσίες, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να εκλεγούν κατά την προηγούμενη δημοτική θητεία, Συμπαραστάτες μόλις σε 30 Δήμους, αν και ο αριθμός των Καλλικρατικών Δήμων με πληθυσμό πάνω από είκοσι χιλιάδες κατοίκους που είχαν υποχρέωση να εκλέξουν Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης ανέρχονταν σε 172. Από αυτούς, ολοκλήρωσαν τη θητεία τους, παραμένοντας στις θέσεις τους έως τις 31/8/2014, μόλις οι 15 Συμπαραστάτες, καθώς οι υπόλοιποι παραιτήθηκαν από την θέση τους για διάφορους λόγους κατά την διάρκεια της δημοτικής περιόδου (βλ. e-Lawyer).

Οι κυριότεροι λόγοι που ο θεσμός δεν “περπάτησε” μπορούν να αναζητηθούν στα εξής:

  • η αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του συνολικού αριθμού των μελών του ΔΣ που έθετε ως προϋπόθεση ο νομοθέτης για την εκλογή του Συμπαραστάτη, αποδείχτηκε στην πράξη προβληματική υπό την έννοια ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων φάνηκε η αδυναμία (ή και άρνηση) διαβούλευσης, συνεννόησης, συναίνεσης και σύμπραξης μεταξύ των δημοτικών παρατάξεων ώστε να επιλέξουν πρόσωπο κοινής αποδοχής για τη θέση του Συμπαραστάτη.
  • η απουσία θεσμοθέτησης εναλλακτικής πλειοψηφίας (ή και διαδικασίας) εκλογής έτσι ώστε όταν μετά από άκαρπες προσπάθειες δεν επιτυγχάνεται η ειδική πλειοψηφία των 2/3, να εκλέγεται ο Συμπαραστάτης με «χαμηλότερη» ειδική πλειοψηφία (π.χ. 3/5).
  • η απόπειρα «επιβολής» – από πλευράς δημοτικών παρατάξεων, κύρια της πλειοψηφίας – προσώπων που δεν λειτουργούσαν συνθετικά και συναινετικά για την επίτευξη της αυξημένης πλειοψηφίας (π.χ. υποψήφιοι του πλειοψηφήσαντος  συνδυασμού, πρώην πολιτευτές, κλπ) ή έθεταν εν αμφιβόλω  τις προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έθετε περί «διοικητικής εμπειρίας» και «εγνωσμένου κύρους» του Συμπαραστάτη.
  • η άρνηση των δημοτικών αρχών να ενσωματώσουν στην λειτουργία των Δήμων τους τη διαμεσολάβηση με την επιλογή και στήριξη του θεσμού του Συμπαραστάτη. Με απλά λόγια, η μη εκλογή Συμπαραστάτη αποτέλεσε σε πολλές των περιπτώσεων μια συνειδητή επιλογή από πλευράς των δημοτικών αρχών, οι οποίες δεν επιθυμούσαν να έχουν «πάνω από το κεφάλι τους» ένα νέο «άγνωστο» θεσμό, θεωρώντας ότι αυτός θα ασκεί ελεγκτικές αρμοδιότητες επί του δημοτικού έργου και των υπηρεσιών.
  • η ελλιπής ενημέρωση των δημοτών για το θεσμό του Συμπαραστάτη, η οποία απενεργοποίησε κατ’ ουσία τη δυνατότητα της τοπικής κοινωνίας και των ενεργών πολιτών εν γένει, να ζητήσουν και να πετύχουν την υλοποίηση του νέου αυτού θεσμού που προβλέφθηκε για να συμβάλλει στη δίκαιη και αντικειμενική επίλυση των προβλημάτων των πολιτών.
  • το χαμηλό ενδιαφέρον της Πολιτείας, που όλα αυτά τα χρόνια δεν προχώρησε σε νομοθετικές βελτιώσεις του θεσμού του Συμπαραστάτη με στόχο τη γενικευμένη εφαρμογή και εμπέδωση του.

Παρά ωστόσο τις σοβαρές δυσκολίες και τα εμπόδια που συνάντησε ο θεσμός στην πρώτη εφαρμογή του και συνακόλουθα το χαμηλό βαθμό ενσωμάτωσης αυτού στο δημοτικό σύστημα, πρέπει να επισημανθεί ότι σε όσους Δήμους εξελέγη Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης, υπήρξαν – ως επί το πλείστον – θετικά δείγματα γραφής με τη διαδικασία διαμεσολάβησης να δίνει λύσεις σε πάρα πολλές περιπτώσεις υπέρ των πολιτών και επιχειρήσεων (βλ. Ετήσιες Εκθέσεις Συμπαραστάτη Δήμου Αθηναίων, Δήμου Αλεξανδρούπολης, κ.α.).

Υπάρχει μέλλον για τον Συμπαραστάτη του Δημότη;
Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία της πρώτης – έστω και προβληματικής – εφαρμογής του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, έχω την άποψη ότι ο εν λόγω θεσμός πρέπει να υποστηριχθεί, να εμπεδωθεί και να εξελιχθεί, προκειμένου να ενισχύσει τις προσπάθειες για την διαμόρφωση ενός σύγχρονου, δημιουργικού και κυρίως πολιτικά αναβαθμισμένου συστήματος τοπικής διακυβέρνησης που θα λειτουργεί με γνώμονα τον πολίτη και τα δικαιώματα του, αφήνοντας στο παρελθόν τις πελατειακές αντιλήψεις και τους μηχανισμούς που το υπηρετούσαν.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, οι δημοτικές αρχές που ανέλαβαν τα καθήκοντα τους τον περασμένο Σεπτέμβριο, οφείλουν να αξιολογήσουν σωστά το θεσμό και να τον αξιοποιήσουν, επιλέγοντας τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα σε θέσεις Συμπαραστατών, αναγνωρίζοντας ότι η σωστή επιλογή και η σωστή λειτουργία ενός Συμπαραστάτη μπορεί να αναδιατάξει τη σχέση του πολίτη με την δημοτική υπηρεσία, να πατάξει την κακοδιοίκηση και το πελατειακό σύστημα στο Δήμο και να απελευθερώσει την αιρετή ηγεσία ως προς την εφαρμογή του πολιτικού της προγράμματος.

Και αν τα κριτήρια για την επιλογή του Συμπαραστάτη – όπως αυτά τίθενται από το νομοθέτη – είναι γενικά (και εν πολλοίς υποκειμενικά), το Δημοτικό Συμβούλιο οφείλει – εφόσον επιζητά την αποτελεσματική εφαρμογή του θεσμού – να αναζητήσει Συμπαραστάτη ο οποίος – πέρα από το εγνωσμένο κύρος και την εμπειρία – θα διαθέτει και μία σειρά άλλων κριτηρίων-χαρακτηριστικών όπως π.χ. ικανότητα διαμεσολάβησης, γνώση του νομοθετικού πλαισίου και της λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης, κριτική ικανότητα, αναλυτική και συνθετική σκέψη, αμεροληψία, αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία.

Ως βάση για τα προαναφερόμενα κριτήρια λειτουργεί το Ψήφισμα 80/1999 του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης το οποίο – αφενός καλεί τις τοπικές αρχές που δεν έχουν τον θεσμό να τον ενεργοποιήσουν, ιδρύοντας γραφεία συνηγόρων, με επαρκείς πόρους και μέσα και αφετέρου – περιγράφει με αναλυτικό τρόπο τις αρχές που πρέπει να διέπουν το θεσμό του Συμπαραστάτη και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να συγκεντρώνουν τα πρόσωπα που θα αναλάβουν αυτή την αποστολή, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά:

Τα βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός Συνηγόρου, όσον αφορά τις λειτουργίες του, είναι η ανεξαρτησία, η αμεροληψία και η επάρκεια. Γι’ αυτό, το επιλεγόμενο πρόσωπο δεν πρέπει να δέχεται επιρροές από (ή να υπόκειται σε πιέσεις από) τα όργανα των τοπικών και περιφερειακών αρχών, το ανώτερο προσωπικό τους, τα πολιτικά κόμματα κλπ.
Συνιστάται:

να αποφεύγεται ο διορισμός πολιτικών (δηλ. όσων έχουν εκλεγεί σε ένα συμβούλιο ή είναι μέλη ενός πολιτικού κόμματος). Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία πρέπει να είναι ορατή από τους πολίτες και ως προς αυτό, η εικόνα είναι επίσης σημαντική.

– να εξετάζονται ενδελεχώς οι υποψήφιοι, προκειμένου να αποκλεισθούν αυτοί που μπορεί να έχουν (ή να εμφανίζεται ότι έχουν) διασυνδέσεις με την τοπική αρχή (συμφέροντα συνδεόμενα με το επάγγελμα ή τις αρμοδιότητές τους, πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, κλπ.)

– να διασφαλίζεται ότι η εκπαίδευση και οι ιδιότητες των υποψηφίων είναι σχετικές με τις αρμοδιότητες ενός Συνηγόρου, ο οποίος θα πρέπει να έχει επαρκή γνώση της λειτουργίας και των κανόνων της Διοίκησης”.

Σε ότι έχει να κάνει με τον έως σήμερα βαθμό υλοποίησης του θεσμού κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων μηνών (1/9/2014-28/2/2015) της τρέχουσας δημοτικής θητείας, τα στοιχεία δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.

Σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις που έχουν αναρτηθεί στο πρόγραμμα «Διαύγεια» και τις διαθέσιμες πληροφορίες που υπάρχουν στις ιστοσελίδες των Δήμων και σε λοιπές διαδικτυακές πηγές, προκύπτει ότι από τους 70 Δήμους που προκήρυξαν τη θέση του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης μόλις 24 εξέλεξαν Συμπαραστάτη (ποσοστό 15% επί του συνόλου των Δήμων άνω των 20.000 κατοίκων) ενώ ο αριθμός των Δήμων που δεν προκήρυξαν τη θέση ανερχόταν σε 89 (ποσοστό 56% επί του συνόλου των Δήμων άνω των 20.000 κατοίκων) [Πίνακας 1] γεγονός που φανερώνει ότι υπάρχει πολύ δρόμος ακόμα να διανυθεί μέχρι την αποδοχή και εμπέδωση του νέου αυτού θεσμού από το δημοτικό σύστημα.

Πίνακας1_Συμπαραστάτες 2015

Σε κάθε των περιπτώσεων πρέπει να γίνει σαφές ότι ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης δεν είναι μία ακόμα θέση εργασίας όπως κάποιοι το παρουσιάζουν. Αποτελεί ένα νέο καινοτόμο θεσμό ο οποίος έχει τις δυνατότητες να συμβάλλει στην εμβάθυνση των δικαιωμάτων των πολιτών, προσδίδοντας νέες διαστάσεις τόσο στην εξωδικαστική επίλυση διαφορών, όσο και στην θεσμική παρέμβαση σε σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι Δήμοι και για αυτό πρέπει να πετύχει.

Με αυτό το σκεπτικό μπορεί να ειπωθεί ότι η εφαρμογή του θεσμού του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης αποτελεί για την τοπική αυτοδιοίκηση α’ βαθμού μια μεγάλη ευκαιρία που συνιστά ταυτόχρονα και πρόκληση, η οποία δεν είναι άλλη από το να μπορέσει να οικοδομηθεί σε μία στερεή βάση η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και Δήμου και όλο αυτό να προκύψει μέσα από ένα πλαίσιο συναινετικών διαδικασιών.

Ευθύνη των Δήμων – δημοτικών αρχών και δημοτικών συμβουλίων εν γένει – είναι να βρουν τον κοινό τόπο και τα πρόσωπα που θα δώσουν αξία στο θεσμό. Είναι αυτονόητο ότι τα πρόσωπα που θα κληθούν να υπηρετήσουν το θεσμό θα πρέπει να μπορούν να εμπνεύσουν την εμπιστοσύνη, αλλά και να σηκώσουν το βάρος του διαμεσολαβητικού ρόλου. Η προϋπόθεση του εγνωσμένου κύρους δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στο να δοκιμαστούν άνθρωποι που δεν είχαν την ευκαιρία μέχρι σήμερα να βρεθούν στο στενό πυρήνα των τοπικών κέντρων λήψης αποφάσεων.

Τέλος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συναίνεση συνιστά sine qua non όρο που πρέπει να επιδιωχθεί στο δημοτικό σύστημα, όχι μόνο για την εκλογή του Συμπαραστάτη αλλά και για την προώθηση των αναγκαίων πολιτικών και την επίλυση σημαντικών προβλημάτων σε κάθε πόλη.

Πηγή: polis2020.wordpress.com

Advertisements